Αφιερωμένο!
Για την αδελφή ψυχή μου, που ξέρω πόσο της αρέσει αυτό το τραγούδι και που επιτέλους δικτυώθηκε! Ετοιμάσου να πάρουν φωτιά τα καλώδια!!! (για το ασύρματο δίκτυο τι μεταφορά να γράψω;
)
Season_01-Episode_04
Η Xρυσάνθη ήταν μεν μια γυναίκα με παρελθόν, αλλά οι αναδρομές στα περασμένα δεν είχαν ποτέ γι’ αυτήν ιδιαίτερη αξία. Προτιμούσε να προσανατολίζεται προς το μέλλον. Aυτό που προείχε τώρα ήταν να καταστρώσει ένα σχέδιο δράσης. Και ήξερε ακριβώς το άτομο που χρειαζόταν. Σήκωσε το τηλέφωνο.
Ο Μαρκ ήταν αστυνομικός στο τμήμα ανθρωποκτονιών της τοπικής αστυνομίας. Ήταν αυτό που θα χαρακτήριζε κανείς, άνθρωπος με εντελώς προσωπική αίσθηση της ευθύνης και του καθήκοντος. Έβλεπε τη δουλειά του σαν ένα μέσο για να προσφέρει, αλλά ταυτόχρονα καταλάβαινε ότι οι νόμοι και οι κανόνες ήταν φτιαγμένοι από ανθρώπους, και συνεπώς ήταν αναμενόμενο κάπου να κάνουν λάθος. Γι’ αυτό δεν τον ενοχλούσε που και που να τους παρακάμπτει ή να τους ερμηνεύει κατά βούληση.
Γνώρισε τη Χρυσάνθη και εξοικειώθηκε με τη δουλειά της τα χρόνια της παλιάς φουρτούνας, τότε που οι αστυνομικοί έλεγχοι στην επιχείρηση ήταν τακτικοί και αδίστακτοι. Ήταν πολύ νέος και άμαθος. Ορφανός και εγκατελελειμένος, με δυσκολία κατάφερνε να τα βγάλει πέρα και να προχωράει μπροστά. Ο πατέρας της Χρυσάνθης κατάλαβε αμέσως ότι θα μπορούσε κάποια στιγμή να φανεί χρήσιμος. Εκτός αυτού, τον συγκίνησε βαθιά η ιστορία του. Μόνος, χωρίς μια οικογένεια να τον στηρίζει, χωρίς ένα πρότυπο και βάσεις, ώστε να ξεκινήσει τη ζωή του, ήταν σχεδόν θαύμα που δεν κατέληξε σε συμμορίες και από εκεί σε κάποιο κελί φυλακής για το υπόλοιπο της ζωής του. Τον κάλεσε να μιλήσουν. Στο τέλος της συζήτησης ο Μαρκ είχε μια οικογένεια και η επιχείρηση εξασφάλιση.
“Μαρκ. Τι κάνεις, όλα καλά;”
Ο Μαρκ στην αρχή δεν κατάλαβε. Είχε να μιλήσει με τη Χρυσάνθη πάρα πολύ καιρό, ίσως χρόνια. Δεν χρειαζόταν πια τις υπηρεσίες του με την ίδια συχνότητα και είχαν καταλήξει να βρίσκονται κυρίως σε οικογενειακά δείπνα σε γιορτές, χριστούγεννα, και άλλες σημαντικές επετείους. Η Χρυσάνθη ξαναμίλησε.
“Η Χρυσάνθη είμαι.”
“Μα φυσικά! Έλα Χρυσάνθη, χρόνια και ζαμάνια! Πού είσαι, είσαι καλά;”
“Τι θα έλεγες για ένα σύντομο γεύμα; Θέλω να συζητήσουμε. Κάπου έξω θα ήταν ιδανικό.”
“Πες μου τόπο και ώρα.”
Αφού έκλεισαν το τηλέφωνο, ο Μαρκ έμεινε να αναρωτιέται. Ήταν απόλυτα σίγουρος ότι κάτι είχε συμβεί. Η Χρυσάνθη ποτέ δεν παρέκκλινε από το πρόγραμμά της, και το να προτείνει γεύμα, και μάλιστα εκτός σπιτιού, δεν ήταν κάτι που συνήθιζε. Όπως και να είχε θα μάθαινε σύντομα, δεν υπήρχε λόγος να αγχώνεται προκαταβολικά.
Η Χρυσάνθη κοίταξε το ρολόι. Κόντευε ήδη 3. Θα έπρεπε να κατευθύνεται προς το σπίτι αυτή τη στιγμή. Μη θέλοντας να προκαλέσει υποψίες τηλεφώνησε στο σπίτι της και ενημέρωσε ότι θα πήγαινε από τη μοδίστρα της να προβάρει το καινούριο φόρεμα που έραβε για τα γενέθλια του Στέφανου. Έπειτα θα έτρωγαν μαζί. Φρόντισε να ενημερώσει τη μοδίστρα της σχετικά. Αφού τακτοποίησε το θέμα, συμμάζεψε το γραφείο της, κλείδωσε το χρηματοκιβώτιο και ξεκίνησε να φύγει. Ο Κωνσταντίνος εμφανίστηκε στην πόρτα όταν άρχισε να κατευθύνεται προς εκεί.
“Α, Χρυσάνθη. Πηγαίνω σπίτι, θέλεις να φύγουμε μαζί;”
“Έχω ραντεβού στη μοδίστρα για ένα καινούριο φόρεμα. Πλησιάζουν τα γενέθλια του Στέφανου, το θυμάσαι;”
“Ναι, ναι, σωστά. Εντάξει θα φύγω μόνος. Θα τα πούμε το βράδυ;”
“Θα τα πούμε το βράδυ.” Τον φίλησε στο μάγουλο και ξεκίνησε μόνη για το υπόγειο γκαράζ της επιχείρησης όπου είχε αφήσει το Ford Mondeo που οδηγούσε. Λίγο πριν η πόρτα του ασανσέρ ανοίξει στο υπόγειο ένιωσε έκπληξη. Μόλις είχε πει ψέματα στο σύζυγό της. Γιατί; Δεν του είχε εμπιστοσύνη; Ήταν μαζί στην επιχείρηση από το ξεκίνημά της, από τη στιγμή που στάθηκαν στα πόδια τους ξανά την τελευταία φορά, μέχρι τώρα. Είχαν τρία παιδιά. Τρία καλά παιδιά. Εντάξει, ο Κώστας δεν ήταν πάντα υπόδειγμα συζύγου, και στα χρόνια που μοιράστηκαν η Χρυσάνθη χρειάστηκε πολλές φορές να κάνει υποχωρήσεις και να υποκριθεί ότι δεν έβλεπε ή ότι δεν καταλάβαινε. Αλλά γιατί να πει ψέματα; Και μάλιστα για θέμα δουλειάς και όχι προσωπικό. Αυτή η ιστορία του κήπου με τις ντομάτες την επηρέαζε περισσότερο από όσο είχε πιστέψει αρχικά. Είχε αρχίσει να γίνεται καχύποπτη. Έπρεπε να μιλήσει με τον πατέρα-Τζέημς σύντομα.
Μπήκε στο αυτοκίνητο και έδιωξε από το μυαλό της τις οδυνηρές σκέψεις. Είχε ένα ραντεβού και μια δουλειά να φέρει σε πέρας. Είχε ένα σκοπό. Η ειρωνία της υπόθεσης είναι ότι εδώ και λίγο καιρό σκεφτόταν να κάνει στην άκρη από τη διευθυντική θέση της επιχείρησης και να παραχωρήσει τη σκυτάλη στην κόρης της. Η Εμμανουέλα ήταν παραπάνω από ικανή. Θα έπαιρνε την επιχείρηση και θα την πήγαινε ένα βήμα παραπέρα. Στην εποχή της τεχνολογίας και του internet. Αλλά τώρα τα πράγματα είχαν μπερδευτεί. Και για να γίνει η μεταφορά έπρεπε πρώτα να λυθεί το μπέρδεμα.
Οδηγώντας στους δρόμους της Θεσσαλονικής, χάζευε τριγύρω. Η κίνηση ήταν πάντα αυξημένη αυτές τις μεσημεριανές ώρες, καθώς ο κόσμος επέστρεφε από τη δουλειά στο σπίτι του. Η Χρυσάνθη αγαπούσε πολύ αυτή την πόλη. Ένιωθε ότι δε θα μπορούσε να ζήσει πουθενά αλλού. Είχε τόσα να θυμάται, ευχάριστα και δυσάρεστα, αλλά πουθενά αλλού δεν είχε ζήσει τόσα πολλά πράγματα, δεν είχε νιώσει τόσα συναισθήματα μαζεμένα. Η Θεσσαλονίκη ήταν αυτή η ίδια.
Έφτασε στον προορισμό της. Αφού μετά από αρκετούς κύκλους βρήκε να παρκάρει, κατευθύνθηκε στο μαγαζί που είχαν συμφωνήσει. Ήταν ένας δρόμος κάθετος στην παραλία και εκείνη την ώρα έμοιαζε άδειος. Το μαγαζί δεν είχε πολύ κόσμο. Ούτε το μισό δεν ήταν γεμάτο. Καλύτερα. Η Χρυσάνθη δεν μπορούσε την πολυκοσμία. Σε όλη της τη ζωή περιστοιχίζονταν από κόσμο, το μόνο που ήθελε τώρα ήταν λίγη ηρεμία. Ο Μαρκ καθόταν ήδη σε ένα τραπέζι μακριά από την είσοδο και κοντά σε ένα παράθυρο. Είχε παραγγείλει ένα χοιρινό φιλέτο και μια σαλάτα του σεφ. Τα άφηναν στο τραπέζι τη στιγμή που η Χρυσάνθη καθόταν στη θέση της. Ζήτησε να της φέρουν σολωμό στον ατμό και μια σαλάτα εποχής. Το λευκό κρασί που διάλεξε ο Μαρκ της φάνηκε ενδιαφέρον και παράγγειλε το ίδιο.
Τον κοίταξε. Τα μαύρα του μαλλιά ήταν ανακατωμένα, τα μπλε του μάτια παιχνίδιζαν. Ήταν εμφανές ότι ήταν καλά και ότι χαιρόταν που την έβλεπε, παρ’ όλο το ξαφνικό της υπόθεσης.
“Δείχνεις πολύ καλά Μαρκ.”
“Ευχαριστώ. Είμαι πολύ καλά.”
“Κοπέλα;”
“Χρυσάνθη, μπορεί κανείς να σου κρυφτεί;”
Η Χρυσάνθη γέλασε και έκανε στην άκρη για να αφήσει το γκαρσόνι την παραγγελία της. Έπιασε τα μαχαιροπίρουνα στο χέρι και ξεκίνησε να τρώει. Ενδιάμεσα αντάλλαξαν τα νέα τους.
Όταν ήρθε το γλυκό ζήτησε ένα ακόμη ποτήρι κρασί, άναψε ένα από τα davidoff slims της και κοίταξε το Μαρκ.
“Υποθέτω ότι κατάλαβες ήδη πως δεν πρόκειται απλώς για κοινωνική επαφή.”
“Είμαι όλος αυτιά.”
“Έχουμε πρόβλημα.”
“Τώρα;” ο Μαρκ υποψιαζόταν ότι κάτι είχε συμβεί στη δουλειά, αλλά εξακολουθούσε να νιώθει έκπληξη. Είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια και όλα βάδιζαν τόσο ρυθμικά που κατά βάθος το θεωρούσε σχεδόν δεδομένο ότι έτσι θα ήταν πάντα. Φυσικά έκανε λάθος, γιατί στο είδος της δουλειάς που έκαναν, είναι λογικό πάντα να περιμένεις το αναπάντεχο.
“Ναι, τώρα.” ήταν η απάντηση της Χρυσάνθης.
“Τότε πες μου τα πάντα. Ακόμα κι αν ο γέρο Τζιάκοπο δεν είναι πια εδώ, εξακολουθεί να είναι οικογένεια. Κι αυτός, κι εσύ. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω.”
Η Χρυσάνθη του είπε τα πάντα και με κάθε λεπτομέρεια. Από τη στιγμή που ανακάλυψε το πτώμα στις ντομάτες έως το δευτερόλεπτο που μπήκε στο εστιατόριο που βρισκόντουσαν τώρα. Δεν μπόρεσε να αποφύγει ένα μικρό τσίμπημα. Εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει γιατί είπε ψέματα στον Κώστα. Όταν τελείωσε ο Μαρκ έμεινε σιωπηλός. Είχε καταλάβει. Τώρα προσπαθούσε να επεξεργαστεί κι αυτός τα στοιχεία. Η Χρυσάνθη ήξερε πότε έπρεπε να μένει σιωπηλή. Περίμενε να μιλήσει αυτός.
Ο Μαρκ σκεφτόταν. Τι ήταν αυτό που άκουσε; Πως ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Και μάλιστα στον κήπο με τις ντομάτες! Η Χρυσάνθη είχε απόλυτο δίκιο που ήταν τόσο αγχωμένη.
Τελικά μίλησε.
“Αυτή τη στιγμή δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει. Αλλά από τώρα κιόλας μπορείς να θεωρείς ότι η έρευνα έχει ξεκινήσει. Αυτό που συνέβη δε θα μείνει έτσι. Συνηθίζοταν να υπάρχει μια άγραφη συμφωνία μεταξύ επαγγελματιών. Τώρα κανείς δε σέβεται τίποτα. Θα βρούμε τον ένοχο και θα πληρώσει για ό,τι έκανε.”
“Μαρκ, προσεχτικά. Αυτό που θέλω προς το παρόν είναι εχεμύθεια. Ξέρεις ποιοι είναι ενήμεροι. Για τους υπόλοιπους δεν θα αλλάξει τίποτα. Θα μιλάς μόνο σ’ εμένα.”
“Αυτό δε χρειαζόταν να μου το πεις.”
“Το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να το ρισκάρω. Πρέπει να είμαι σίγουρη.”
“Μόλις βγω από εδώ δε θα μείνει πέτρα που να μην αναποδογυρίσω.”
“Πιστεύεις πως είναι προειδοποίηση; Ή απλά κάποιος θέλει να μας πάρει τη δουλειά; Ή, ακόμη χειρότερα, είναι προσωπικό;”
“Πρέπει να δούμε που θα μας οδηγήσουν τα στοιχεία. Είναι πολύ νωρίς για εικασίες.”
“Ναι, έχεις δίκιο.”
“Χρυσάνθη, μην ανησυχείς. Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου. Άσ’ το επάνω μου.”
“Εντάξει Μαρκ. Εντάξει.”
Η Χρυσάνθη βγήκε από το μαγαζί και κοίταξε γύρω. Ξαφνικά όλα της φαινόταν διαφορετικά. Οι σκιές του απογεύματος έμοιαζαν μακρινές. Οι ήχοι της πόλης δεν της έφερναν στη μνήμη απολύτως τίποτα. Η μυρωδιά του Θερμαϊκού πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, κι όμως δεν την αναγνώριζε. Πως ήταν δυνατόν μέσα σε μια στιγμή να έχουν αλλάξει όλα; Μήπως ήταν πια πολύ μεγάλη για όλα αυτά; Μήπως έπρεπε να παραιτηθεί και να αφήσει άλλους να αναλάβουν την υπόθεση; Μήπως απλά φοβόταν;
Όμως δεν ένιωθε φόβο. Ποτέ δε τη φόβησε το άγνωστο ή η πιθανότητα αποτυχίας. Ένιωθε ότι κλονιζόταν η ασφάλεια της, αυτό ήταν. Τίποτα παραπάνω τίποτα λιγότερο. Είχε κοπιάσει για να εγκαθιδρύσει μια ασφαλή ζώνη γύρω της και τώρα αυτή τη ζώνη την έβλεπε να μπάζει. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει που ξεκινάει ο προσωπικός της χώρος και που τελειώνει. Το μόνο που έβλεπε παντού ήταν ένα χάος. Χρειαζόταν να μπει αμέσως μια τάξη. Όμως πως; Από που να ξεκινήσει;
Μπήκε στο αυτοκίνητο και έβγαλε από την τσάντα της το κινητό της. Μόνο ένας άνθρωπος της ερχόταν στο μυαλό.
Season_01-Episode_03
“Ακούω.”
Ο Γιάννης δε χρειάστηκε παρά λίγα λεπτά για να καταλάβει πλήρως τα γεγονότα που του εξιστορούσε η Χρυσάνθη. Και αυτό που άκουσε ήταν απίστευτο! Τόσα χρόνια, τόσες επιτυχημένες δουλειές, τόσος κόπος και τόση ικανοποίηση ταυτόχρονα, χαρές, λύπες και οικογενειακές στιγμές, και ξαφνικά αυτό! Ποιός βεβήλωνε την οικογενειακή γαλήνη της Χρυσάνθης με τόσο θράσος; Ποιός ήταν αυτός που ήθελε να βλάψει την επιχείρηση; Γιατί φυσικά, αυτός ήταν ο σκοπός του δράστη. Η Χρυσάνθη συνέχισε να μιλάει.
“Όπως καταλαβαίνεις Γιάννη, αυτά που σου είπα πρέπει προς το παρόν να μείνουν μεταξύ μας. Το ξέρουμε εγώ, εσύ και ο πάτερ-Τζέημς. Κι έτσι πρέπει να παραμείνει, τουλάχιστον μέχρι να έχω κάποια στοιχεία, ώστε να ξέρω με βεβαιότητα ποιον μπορώ να αποκλείσω και ποιον όχι.”
“Υποψιάζεστε κάποιον δικό μας;”
“Δεν ξέρω ποιον να υποψιαστώ και ποιον όχι για την ώρα. Η ιστορία του κήπου με τις ντομάτες με προβληματίζει. Αν ήταν οποιοδήποτε άλλο σημείο του οικοπέδου θα ήταν διαφορετικά. Καταλαβαίνεις.”
“Ναι, βέβαια. Εγώ τι μπορώ να κάνω;”
Η Χρυσάνθη το σκέφτηκε. Τι μπορούσε να κάνει ένας απλός διοικητικός υπάλληλος; Ο Γιάννης θα μπορούσε άνετα να διευθύνει την επιχείρηση όσο αυτή ήταν εκτός, αλλά τώρα προέκυπτε θέμα εξιχνίασης ενός μυστηρίου. Ποιος μπήκε στον κήπο με τις ντομάτες. Η Χρυσάνθη κατέληξε.
“Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά. Ξέρω ότι πάντα το κάνεις, αλλά τώρα ακόμη περισσότερο χρειάζεται να έχεις την προσοχή σου στραμμένη παντού γύρω μας. Κοίτα τον κόσμο, τους υπαλλήλους, τους εξωτερικούς συνεργάτες, όλους. Ίσως δεις κάτι που να βοηθήσει.”
Και με αυτό η συζήτηση τελείωσε. Ο Γιαννάκης έφυγε από το γραφείο προβληματισμένος. Καταλάβαινε καλά τις συνέπειες αυτής της ιστορίας. Η Χρυσάνθη δε θα το άφηνε έτσι. Θα μάθαινε τι συνέβη και θα ζητούσε εξηγήσεις. Κι αν δεν έμενε ικανοποιημένη θα απαιτούσε αντίποινα. Τα πράγματα ήταν σοβαρά. Μια καινούρια εποχή στη δουλειά τους ίσως ξεκινούσε. Μέχρι τώρα όλα ήταν ήσυχα και πολιτισμένα. Η ηρεμία όμως όδευε προς το τέλος της. Και ο Γιάννης ήταν εκεί, έτοιμος να παρακολουθήσει το τέλος εποχής. Και μια καινούρια αρχή.
Η Χρυσάνθη στο γραφείο της σκεφτόταν τα ίδια ακριβώς, όχι όμως με τον ενθουσιασμό του νέου, αλλά με τη γνώση του ώριμου ατόμου. Τα πράγματα άλλαζαν, και όπως οι περισσότεροι που έχουν φτάσει λίγο πριν το τέλος μιας επιτυχημένης καριέρας, ήθελε να μην υπάρχουν σκαμπανεβάσματα και να κυλήσουν όλα ομαλά. Όπως έδειχναν τα γεγονότα αυτό δε θα συνέβαινε. Ένας πόλεμος ήταν στο ξεκίνημά του. Και η Χρυσάνθη έπρεπε να σταθεί στις επάλξεις. Για άλλη μια φορά. Η πρόκληση σχεδόν την έκανε να νιώθει νέα ξανά, αλλά η πιθανότητα αποτυχίας βάραινε επάνω της πιο βαριά. Τώρα είχε πράγματα να χάσει, τώρα όλα ήταν αλλιώς…
Η πρώτη σοβαρή δουλειά που είχε στην οικογενειακή επιχείρηση, όταν τη διεύθυνε ο πατέρας της, ήταν να μοιράζει την αλληλογραφία. Ο γέρος Τζιάκοπο Μπέλμπο πίστευε ότι όλοι έπρεπε να ξεκινάνε από χαμηλά και να μαθαίνουν την αξία της δουλειάς. Η Χρυσάνθη δούλεψε χωρίς παράπονα και εξελίχθηκε. Ενδιάμεσα έφυγε για σπουδές και μετά την ολοκλήρωσή τους, επέστρεψε. Όταν είχε φτάσει να είναι νομικός σύμβουλος ήρθαν τα δύσκολα. Η αγορά δεν πήγαινε καλά, οι αστυνομικοί έλεγχοι ήταν πολλοί, και μετά βίας κατάφερναν να ολοκληρώσουν μια δουλειά. Άρχισαν να χάνουν φήμη, να χάνουν λεφτά και τότε ήταν που η μητέρα της δεν άντεξε και πήδηξε στο ρέμα λίγο παρακάτω από το σπίτι τους, αφού προηγουμένως πέρασε μέρες όλοκληρες κλεισμένη στο δωμάτιό της, συντροφιά μόνο με μπουκάλια Lagavulin και ήχους από όπερες του Vagner. Μέσα σε όλα αυτά, εμφανίστηκαν ανταγωνιστές. Όλα έδειχναν ότι η επιχείρηση δεν θα επιβίωνε. Από την εποχή του τέλους του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου έως εκείνη τη στιγμή δεν είχαν αντιμετωπίσει ποτέ τόσο σοβαρά προβλήματα και μάλιστα όλα μαζεμένα. Φαινόταν ότι το τέλος χτυπούσε την πόρτα. Η Χρυσάνθη, που ήταν τότε ακόμα μικρή και χωρίς τις σημερινές της γνώσεις και ικανότητες τα είχε παντελώς χαμένα. Έβλεπε τα κύματα να έρχονται κατά πάνω της και δεν ήξερε πως να τα σταματήσει, πως να γλιτώσει, τι να κάνει για να σωθεί.
Ποτέ δεν κατάλαβε πως έγινε, αλλά κάποια στιγμή ήταν σαν να ξύπνησε από ένα λήθαργο που κρατούσε μέρες, μήνες, ίσως αιώνες. Έχοντας πάντα σαν πρότυπο τον πατέρα της, που ήταν αυτοδημιούργητος και δυνατός άνθρωπος και τη δίδαξε καλά, ξέχασε τα πάντα και ανέλαβε δράση. Ακόμα κι αν ήταν να καταστραφούν, δεν θα χανόντουσαν χωρίς μια καλή μάχη. Μπορεί να βρίσκοταν στη θέση του αδύνατου, να βάλλονταν από παντού, αλλά ήταν ακόμα ζωντανοί και δε θα το έβαζαν κάτω. Κι έτσι πάλεψε. Στην αρχή με δισταγμό, αλλά όσο περνούσαν οι μέρες και κρατούσαν ακόμα, με όλο και περισσότερο πείσμα. Πήρε καιρό. Αγώνα. Πόνους και φασαριές. Αντιδράσεις και διαφωνίες. Αλλά τελικά η Χρυσάνθη τα κατάφερε. Η επιχείρηση διασώθηκε ως εκ θαύματος και τα προβλήματα άρχισαν να εξαφανίζονται το ένα μετά το άλλο. Έμοιαζε σαν μόλις να είχαν ξυπνήσει από έναν εφιάλτη. Ήταν μεν σαν όνειρο και όχι πραγματικότητα, αλλά ο τρόμος και ο φόβος ήταν πραγματικά για όσο κράτησαν. Τώρα μαζί με την επιχείρηση έπρεπε να αναρρώσουν και οι άνθρωποι. Και τότε γνώρισε τον Νίκο!
“Που να είναι τώρα, άραγε;” αναρωτήθηκε η Χρυσάνθη καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά καθισμένη στην καρέκλα του γραφείου της…
Ιοί των pc

Arnold Scwarzenegger Virus: Εξολοθρεύει και παραμένει στην μνήμη. Θα ξαναγυρίσει.
Government Economist Virus: Δεν λειτουργεί τίποτα, αλλά το πρόγραμμα διάγνωσης αναφέρει ότι όλα είναι ΟΚ.
Adam and Eve Virus: Παίρνει κανά δυο by(i)tes από το Apple σας.
Freudian Virus: Ο υπολογιστής σας αποκτά ψύχωση και θέλει να παντρευτεί την motherboad του.
Nike Virus: Just does it!
Jimmy Hoffa Virus: Tα προγράμματά σας εξαφανίζονται.
Star Trek Virus: Πηγαίνει το σύστημά σας σε μέρη που κανένας άλλος ιός δεν έχει πάει.
Health Virus: Τσεκάρει το σύστημά σας, δεν βρίσκει τίποτα και σας στέλνει έναν λογαριασμό 150.000 δρχ. στο σπίτι.
Olympic Airlines Virus: Βρισκόσαστε στην Θεσσαλονίκη (και τα data σας στην Σινγκαπούρη).
Politically Correct Virus: Δεν αποκαλεί ποτέ τον εαυτό του ιό. Αντίθετα, αναφέρεται στον εαυτό του ως “ηλεκτρονικός μικρο-οργανισμός”.
Catholic Church Virus: Εμφανίζει το μήνυμα “ΟΧΙ, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ”, κάθε φορά που διαλέγετε το “Abort” από το μήνυμα ‘Abort, Retry, Fail’.
Chuck Norris facts!
Chuck Norris does not sleep. He waits.
Chuck Norris does not hunt because the word hunting implies the probability of failure. Chuck Norris goes killing.
When the Boogeyman goes to sleep every night he checks his closet for Chuck Norris.
Chuck Norris counted to infinity – twice.
Chuck Norris can speak braille.
Chuck Norris sleeps with a night light. Not because Chuck Norris is afraid of the dark, but the dark is afraid of Chuck Norris
If Chuck Norris is late, time better slow the f**** down.
If you can see Chuck Norris, he can see you. If you can’t see Chuck Norris you may be only seconds away from death.
Chuck Norris frequently donates blood to the Red Cross. Just never his own.
Chuck Norris doesn’t read books. He stares them down until he gets the information he wants.
Superman owns a pair of Chuck Norris pajamas.
Chuck Norris died ten years ago, but the Grim Reaper can’t get up the courage to tell him.
Chuck Norris once survived a suicide bombing. He was the bomber.
Chuck Norris does not know where you live, but he knows where you will die.
Chuck Norris can divide by zero.
Chuck Norris can slam revolving doors.
If it looks like chicken, tastes like chicken, and feels like chicken but Chuck Norris says its beef, then it’s f**** beef.
We all know the magic word is please. As in the sentence, “Please don’t kill me.” Too bad Chuck Norris doesn’t believe in magic.
Chuck Norris has to sort his laundry into three loads: darks, whites, and bloodstains.
They say that lightning never strikes the same place twice. Neither does Chuck Norris. He doesn’t have to.
Water boils faster when Chuck Norris watches it.
When Chuck Norris exercises, the machine gets stronger.
Chuck Norris is allowed to talk about Fight Club.
The only thing we have to fear is fear itself… The only thing fear has to fear is Chuck Norris.
Chuck Norris clogs the toilet even when he pisses.
The most effective form of suicide known to man is to type “Chuck Norris” into Google and hit “I’m Feeling Lucky!”.
Chuck Norris refers to himself in fourth person.
Switzerland isn’t really neutral. They just haven’t figured out what side Chuck Norris is on yet.
Chuck Norris doesn’t give Christmas presents. If you live to see Christmas, that is your Christmas present from Chuck.
Chuck Norris ends every relationship with “Its not me, its you”.
Chuck Norris has never had an alcohol problem. However, alcohol has had a Chuck Norris problem.
Oxygen requires Chuck Norris to live.
Chuck Norris doesn’t have a bank account. He just tells the bank how much he needs.
Microsoft has released a new Anti-virus removal tool called Chuck Norris. The tool dares the virus to enter the machine.
Chuck Norris always gets blackjack. Even when he’s playing poker.
When the Incredible Hulk gets angry he transforms into Chuck Norris.
When Chuck Norris answers the phone, he just says “Go”. This is not permission for you to begin speaking, it is your cue to start running for your life.
Chuck Norris only uses one chopstick.
Chuck Norris does not leave messages. Chuck Norris leaves warnings.
Chuck Norris once had a near death experience. Needless to say, Death now refuses to come near him.
Chuck Norris can open beer cans with his teeth. He still prefers to use other people’s teeth, though.
Chuck Norris knows Victoria’s secret.

Season_01-Episode_02
Η Χρυσάνθη είχε ξυπνήσει ήρεμη. Δεν χρειαζόταν άγχος και ταραχή, αυτά τα πράγματα συμβαίνουν. Οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους είναι κακοί και συμφεροντολόγοι και είναι ζήτημα χρόνου το πότε θα σε προδώσουν. Βέβαια, αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ την εποχή του πατέρα της, αλλά ήταν άλλοι καιροί τότε. Τα μυαλά του κόσμου δεν είχαν ακόμη πάρει αέρα από τις γκλάμουρ διαφημίσεις και την ευκολία στο καθετί. Όλα αυτά τώρα δεν είχαν καμία σημασία. Η Χρυσάνθη ήταν αποφασισμένη να ανακαλύψει το άτομο που χαλούσε την αρμονία του σπιτιού της με κάθε τρόπο. Καταρχήν όμως έπρεπε να κάνει μια επίσκεψη.
Ο πάτερ-Τζέημς ήταν όπως πάντα στον μικρό κηπάκο της εκκλησίας, όπου περνούσε το χρόνο του διαβάζοντας ή θαυμάζοντας τη φύση που ο μεγαλοδύναμος με τόση σοφία εποίησε. Η Χρυσάνθη τον είδε από μακριά και μη θέλοντας να διακόψει το διαλογισμό του κοντοστάθηκε. Ο πάτερας όμως είχε ακούσει ότι κάποιος πλησιάζε και γύρισε απότομα.
“Ω, Χρυσάνθη! Τι έκπληξη! Τα είπαμε την Κυριακή, τι σε φέρνει τόσο σύντομα πίσω; Είναι όλοι στο σπίτι καλά; Η δουλειά;”
Μην ξέροντας πως να αρχίσει τον κοίταξε και σκέφτηκε τι θα ήταν καλύτερο να πει. Τελικά κατέληξε στην αλήθεια. Τίποτα δεν είναι καλύτερο. Βέβαια σχεδόν πάντα αυτοί που απαιτούν την αλήθεια διαρυγνύοντας τα ιμάτια τους είναι αυτοί που θέλουν να την ξέρουν λιγότερο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία… Ο πάτερ-Τζέημς δεν ήταν τέτοιος.
“Πάτερ, κάποιος με πρόδοσε. Κάποιος προσπαθεί να κατεστρέψει την οικογένεια και την επιχείρησή μας. Και το χειρότερο είναι πως αυτός ο κάποιος είναι δικός μας. Τι θα έλεγε ο πατέρας;”
“Ηρέμησε παιδί μου, πες μου τι έγινε.”
“Χτες το βράδυ, στον κήπο με τις ντομάτες, ανακάλυψα ανθρώπινα μέλη να εξέχουν από το χώμα. Να εξέχουν! Στο δικό μου κήπο!”
“Ποιος έχει πρόσβαση στον κήπο;”
“Όλη η οικογένεια. Βέβαια δεν πολυασχολούνται. Τον φροντίζουμε κυρίως εγώ,ο Στέφανος και ο κηπουρός μας, ο Θανάσης. Φυσικά ούτε γι’ αστείο δεν υποψιάζομαι κάποιον από τους δυο τους. Ο Στέφανος είναι γιος μου και ο Θανάσης είναι μαζί μας από την εποχή του πατέρα, του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Και εκτός από εσένα που έρχεσαι κατά καιρούς και μου δίνεις συμβουλές για το χώμα και τα λιπάσματα δεν υπάρχει κανένας άλλος που να ασχολείται ή να ενδιαφέρεται έστω για τον κήπο μας.”
“Καλά καλά. Άσε με να το σκεφτώ και βλέπουμε. Θα επικοινωνήσουμε ξανά. Μην κάνεις καμιά ανοησία προς το παρόν Χρυσάνθη. Να είσαι προσεκτική.”
“Εντάξει πάτερ, αλλά πρέπει να πάρω τα μέτρα μου. Δεν γίνεται να αλωνίζει ένα παράσιτο μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Στις ίδιες μου τις ντομάτες!”
Η Χρυσάνθη έφυγε από την εκκλησία κάπως πιο ανάλαφρη. Ο πάτερ-Τζέημς ήταν το στήριγμα της όταν δεν είχε που να τρέξει. Στη δουλειά της η εμπιστοσύνη ήταν πράγμα δυσεύρετο. Αρχικά δεν ήταν και πολύ ευχαριστημένη με τον ερχομό του μετά το θάνατο του πατέρα-Τζέηκομπ. Ήταν πολύ νέος για να εμπνεύσει τον κατάλληλο σεβασμό και δέος που απαιτούσε η θέση του. Όμως με το πέρασμα του χρόνου η Χρυσάνθη ανακάλυψε πως η ηλικία ήταν απλώς ένα ακόμη από ‘κείνα τα χαρακτηριστικά που δεν έχουν μεγάλη σημασία στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του ανθρώπου. Τώρα ήταν παραπάνω από ικανοποιημένη μαζί του, παρακολουθούσε τα κηρύγματά του κάθε Κυριακή και του έκανε το τραπέζι σε κάθε ευκαιρία. Εκείνος της έλεγε πάντα σταθερά τις απόψεις του για τη δουλειά της και παρ’ όλο που δεν την ενέκρινε ποτέ δεν ασκούσε κριτική. Ήταν, θα έλεγε κανείς, φίλοι.
Στη συνέχεια, κατευθύνθηκε στη βάση της επιχείρησης της. Τα γραφεία βρισκόντουσαν σε ένα παλιό κτίριο, σχεδόν από την εποχή του 2ου παγκόσμιου, αλλά η Χρυσάνθη ούτε να το σκεφτεί ήθελε να μεταφερθούν αλλού. Το κτίριο αυτό το έφτιαξε ο πατέρας της από το τίποτα και γι’ αυτήν ήταν ένα παράδειγμα του τι σημαίνει αυτοδημιούργητος και επιτυχημένος. Δε θα έφευγε απο εκεί. Πήγε κατευθείαν στο γραφείο του διευθυντή, δηλαδή το δικό της. Βρήκε εκεί τον Κωνσταντίνο, που συνήθως βρισκόταν στο πόδι της όταν αυτή δεν πήγαινε στο γραφείο. Για μια στιγμή τον κοίταξε καλά. Μήπως ήταν έκπληξη αυτό που διέκρινε στο πρόσωπό του; Δεν περίμενε να την δει εδώ και μάλιστα χωρίς να έχει προηγουμένως αναφέρει ότι θα πάει. Αλλά γιατί να εκπλαγεί; Μήπως ήταν ένοχος; Έδιωξε τις σκέψεις αυτές από τον μυαλό της. Πρέπει να παραμείνει λογική. Δεν γίνεται ν’ αρχίσει να υποπτεύεται τους πάντες. Ο Κώστας μπορεί να ήταν ένοχος για πολλά πράγματα όμως ήταν σίγουρη ότι ποτέ δε θα την πρόδιδε. Τουλάχιστον όχι στη δουλειά, σε άλλα θέματα ίσως (όπως τότε με τη χωριάτισσα), αλλά στη δουλειά ποτέ. Ήταν εξάλλου το ίδιο αφοσιωμένος όπως αυτή στην επιχείρηση. Αφού αντάλλαξαν τα τυπικά (η Χρυσάνθη ήταν κατά των διαχύσεων και των οικογενειακών συζητήσεων στη δουλειά), κάθησε στο γραφείο της μόνη για να σκεφτεί. Και τώρα τι; Τι πρέπει να γίνει από ‘δω και μπρος;
Ο Κώστας έδιωξε βιαστικά μια γραμματέα και κάθησε στο γραφείο στον προθάλαμο για το γραφείο της Χρυσάνθης. Είχε αρχίσει να βαριέται τα παιχνίδια με το κοριτσάκια. Ήταν βέβαια διασκεδαστικό αλλά καμιά δεν ήταν σαν τη Χρυσάνθη. Ήταν αλήθεια ότι δεν ήταν πολύ πιστός όλα αυτά τα χρόνια, αλλά η Χρυσάνθη ήξερε να κάνει τα στραβά μάτια και να παραμένει κυρία. Ποτέ δεν του έκανε σκηνή και ποτέ δεν παραπονέθηκε για το παραμικρό (ούτε καν τότε με την χωριάτισσα). Και μέσα σ’ όλα τ’ άλλα ήταν αυτή που κρατούσε το σπίτι και την επιχείρηση όλα αυτά τα χρόνια. Ναι βέβαια όλη η οικογένεια συμμετείχε, αλλά η Χρυσάνθη ήταν η ψυχή σε όλα. Και τώρα τι ήθελε εκεί; Συνήθως ενημέρωνε ότι είχε σκοπό να εμφανιστεί στο γραφείο. Και ήταν πολύ σταθερή στις συνήθειές της. Μήπως έγινε κάτι; Μήπως πήγαινε κάτι στραβά στις δουλειές; Άλλά αν ήταν έτσι αυτός θα το ήξερε, όλα σχεδόν περνούσαν από τα χέρια του. Την ίδια στιγμή είδε να περνάει από μπροστά του ο Γιαννάκης, ο γραμματέας της Χρυσάνθης. Ο Κώστας δεν τον πολυσυμπαθούσε. Ήταν κατά τα φαινόμενα μια χαρά παιδί και ιδιαίτερα εργατικός, πάντα ακούραστος και έτοιμος να εξυπηρετήσει τους πάντες. Η Χρυσάνθη του είχε εμπιστοσύνη και τον αντιμετώπιζε σχεδόν σαν να ήταν κι αυτός οικογένεια, κυριώς γιατί είχε μείνει ορφανός από μικρός. Είχε χάσει τους γονείς του σε εργατικό ατύχημα. Ήταν πολύ όμορφο παιδί και οι κοπέλες έκαναν σαν τρελές γι’ αυτόν, αλλά όλοι πλέον ήξεραν ότι ήταν γκέη. Αυτό ο Κώστας ποτέ δεν μπόρεσε να το καταλάβει.
Ο Γιάννης είχε φτάσει έξω από το γραφείο της Χρυσάνθης. Καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Είχε έρθει το αφεντικό του στη δουλειά χωρίς να τον ενημερώσει. Ακόμη και κανένας άλλος να μην το ήξερε αυτός μάθαινε πάντα πότε θα έρθει η Χρυσάνθη. Αυτό και μόνο ήταν αρκετή απόδειξη γι’ αυτόν ότι κάτι είχε συμβεί. Πριν πλησιάσει και χτυπήσει την πόρτα του γραφείου του διεύθυντη πήρε το μάτι του τον Κώστα σε ένα από τα γραφεία του προθαλάμου. Δεν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα. Θεωρούσε ότι εκμεταλλευόταν την καλοσύνη της Χρυσάνθης και τριγυρνούσε με τη μία και με την άλλη. Της άξιζε κάποιος καλύτερος. Τουλάχιστον στη δουλειά ήταν εντάξει. Η πόρτα άνοιξε. Μπήκε στο γραφείο και κοίταξε κατευθείαν τη Χρυσάνθη, η οποία είπε αμέσως: “Κλείσε την πόρτα. Πρέπει να μιλήσουμε.”
