Time passes in moments … moments which, rushing past define the path of a life just as surely as they lead towards its end. How rarely do we stop to examine that path, to see the reasons why all things happen, to consider whether the path we take in life is our own making or simply one into which we drift with eyes closed. But what if we could stop, pause to take stock of each precious moment before it passes? Might we then see the endless forks in the road that have shaped a life? And, seeing those choices, choose another path?
Τρία χρόνια είχαν περάσει από τη μέρα που η Χιονάτη ήρθε στο παλάτι. Τώρα της φαίνοταν περισσότερο από αιώνας. Οι βαρετές εκδηλώσεις, οι ανούσιες συζυτήσεις, οι χοντρομπαλάδες αυλικοί και κυρίως ο αδιάφορος πρίγκιπας. Πως είχε γίνει τόσο μαμούχαλος; Είναι γενετικό χαρακτηριστικό αυτών που δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον και καμιά ασχολία; Τον κοιτούσε τώρα, καθώς είχαν τελειώσει το δείπνο και έπιναν τον καφέ τους στην αυλή του παλατιού. Πως ήταν δυνατόν να είχε κάνει τόσο λάθος; Και τότε το αποφάσισε, θα έφευγε από ‘κει.
Σηκώθηκε, ζήτησε συγνώμη και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της. Βρήκε μια μικρή βαλίτσα και άρχισε να τη γεμίζει με ό,τι θεωρούσε σημαντικό. Είχαν περάσει δύο ώρες και όλα ήταν έτοιμα. Τώρα το μόνο που έμενε ήταν να ανακοινώσει την απόφασή της. Αλλά πως;
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε ο πρίγκιπας. Βλέποντας τι συμβαίνει ένιωσε μια ενόχληση στο στομάχι, αλλά προτίμησε να την χρεώσει στο γουρουνόπουλο που κατασπάραξε νωρίτερα στο δείπνο.
“Τι κάνεις εκεί;”, γαύγισε απότομα στη Χιονάτη.
Αυτή δε χρειαζόταν να σκεφτεί περισσότερο, ήξερε αμέσως τι να πει και πως.
“Φεύγω.”
“Φεύγεις; Τι εννοείς φεύγεις; Δεν υπάρχει ταξίδι ή άλλης μορφής μετακίνηση στο βασιλικό πρόγραμμα. Δεν μπορείς να πας πουθενα, έχουμε κανόνες εδώ.”
“Να τους χαίρεστε. Εγώ φεύγω. Αφήνω και τους κανόνες σας, και το παλάτι σας, και τα γκλαμουράτα πάρτι χωρίς ουσία, και κυρίως, εσένα!”
Ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Ήταν σίγουρος ότι τα έκανε όλα σωστά. Ακολουθούσε το πρωτόκολλο, ήταν ευγενής, δεν είχε απαιτήσεις, της προσέφερε όλα τα αγαθά που χρειαζόταν, δεν έκανε τίποτα κακό. Από την άλλη, δεν έκανε και τίποτα καλό. Στην πραγματικότητα, δεν έκανε τίποτα. Περιφερόταν με άλλους όμοιους του, αδιάφορους και κενούς και συνέχιζε μια οικογενειακή παράδοση πολλών χρόνων. Γεννιέσαι, μεγαλώνεις, αναπτύσσεσαι, παντρεύεσαι, κάνεις οικογένεια και της μαθαίνεις ότι πρέπει να κάνει κι αυτή τα ίδια. Και ο κύκλος συνεχίζεται. Για αυτούς τους ανθρώπους ήταν μεγάλο κατόρθωμα το ότι είχαν γεννηθεί προνομιούχοι και οποιαδήποτε επιπλέον επιδίωξη ήταν απλώς άχρηστη. Τι παραπάνω να θελήσει κανείς από το να είναι ισχυρός και πλούσιος; Όλα τα υπόλοιπα είναι ανοησίες. Όλα αυτά σκεφτόταν η Χιονάτη όταν ο Μενέλαος (ακόμα και το όνομά του φώναζε απόρριψη), την πλησίασε και της μίλησε.
“Δε μπορείς να φύγεις, δε μπορείς να μ’αφήσεις. Σ’έκανα πριγκίπισσα! Τι μπορεί να θέλεις παραπάνω;” Ήταν σχεδόν άρρωστος στην ιδέα ότι αυτό μπορούσε να μην είναι αρκετό για κάποιον.
Η Χιονάτη εξοργισμένη, άρπαξε το στέμμα πάνω από τα ξανθά της μαλλιά και το πέταξε κατευθείαν στα πόδια του Μενάλαου.
“Πάρε το στέμμα σου και βάλτο εκεί που ξέρεις! Ξενέρωτε ηλίθιε που νομίζεις ότι ένας τίτλος που ούτε καν κέρδισες είναι αρκετός.” Και χωρίς να τον κοιτάξει πήρε τη βαλίτσα της και βγήκε από το δωμάτιο.
Ο Μενέλαος έμεινε εκεί, κοιτώντας εμβρόντητος το στέμμα στα πόδια του και μην πιστεύοντας τι είχε συμβεί. Όλος ο κόσμος του είχε γυρίσει ανάποδα. Πως ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Καμιά γυναίκα στο παλάτι δεν είχε φερθεί ποτέ με αυτό τον τρόπο. Ήταν περισσότερο από ικανοποιημένες με όσα τους είχαν προσφερθεί. Τι ήταν αυτό που χρειαζόταν η Χιονάτη; Μπορούσε να της αγοράσει τα πάντα. Γιατί δεν το ζήτησε;
Ο φτωχός, σκεφτόταν η Χιονάτη καθώς περνούσε την έξοδο του παλατιού. Ποτέ δε θα καταλάβει ότι όσα λεφτά και να έχει κανείς, αν είναι γεννημένος ηλίθιος τίποτα δεν τον σώζει. Υπάρχουν πολύ σημαντικότερα πράγματα από τα ακριβά κοσμήματα, τα πλούσια γεύματα, τα ακριβά πάρτι και τα υποκριτικά χαμόγελα. Συνέχισε να ξεμακραίνει από το παλάτι, νιώθοντας πιο ανάλαφρη με κάθε βήμα. Τα ξανθά μαλλιά της ανέμιζαν με τον ελαφρύ αέρα και η μυρωδιά του δάσους γέμιζε το σώμα της.
Ήταν ελεύθερη…
Αφότου συνειδητοποίησα για πρώτη φορά την ικανότητα του σκέπτεσθαι, η κλίση μου προς τη μάθηση υπήρξε τόσο έντονη και ισχυρή που ούτε οι επιπλήξεις των άλλων, ούτε οι δικοί μου στοχασμοί δε στάθηκαν ικανά να με παρεμποδίσουν από το να ακολουθήσω αυτή τη φυσική κλίση που μου έδωσε ο Θεός. Μονάχα Εκείνος γνωρίζει το γιατί. Και Εκείνος ξέρει πόσο τον ικέτευσα να μου πάρει το φως της νόησης, αφήνοντας μου μονάχα όση χρειάζεται για να ακολουθήσω το νόμο Του, γιατί σύμφωνα με ορισμένους ανθρώπους, οτιδήποτε άλλο είναι υπερβολή για μια γυναίκα. Μερικοί άλλοι, μάλιστα, διατείνονται ότι είναι και επιβλαβές.
Juana Ines de la Cruz
(1691, απάντηση στον επίσκοπο της Πουέμπλα ο οποίος την είχε κατηγορήσει για το λόγιο έργο της ως ανάρμοστο για το φύλο της)
Και άρχισε πάλι!!! Η σειρά που όλοι παρακολουθούμε με αγωνία, όμως κανείς δεν καταλαβαίνει τι γίνεται. Κι αν έχω κάψει εγκεφαλικά κύτταρα προσπαθώντας να εξηγήσω τα μυστήρια του Lost!
Όλα είχαν σταματήσει στη βόμβα. Έγινε έκρηξη ή όχι, ποιοι πέθαναν και ποιοι την έβγαλαν καθαρή, τελικά ο Ben σκότωσε τον Jacob και ποιος είναι πια αυτός ο Jacob; Και άλλα τόσα και περισσότερα αναπάντητα ερωτήματα, τα οποία παρέμειναν έτσι ακριβώς: αναπάντητα. Γιατί το πρώτο επεισόδιο του Lost δεν είχε καμία μεγάλη αποκάλυψη. Ούτε και τα υπόλοιπα για να λέμε του στραβού το δίκιο. Είμαστε πίσω στο νησί, αυτό το νησί που κατά πως φαίνεται κάνει ό,τι θέλει και όποιου δε του αρέσει πρόβλημά του. Μόνο που τώρα βλέπουμε και μια παράλληλη πραγματικότητα να διαδραματίζεται πίσω στο L.A., μια πραγματικότητα που είναι τελείως διαφορετική από αυτά που ξέραμε (όσα ξέραμε έστω) και που δείχνει πως θα ήταν τα πράγματα αν το αεροπλάνο δεν έπεφτε εξαρχής στη νησί. Δε μας έφτανε που δεν καταλαβαίναμε τίποτα ως τώρα, έχουμε και επιπλέον να προβληματιστούμε για το ποιος είναι ο γιος του Jack και συνεπώς ποια η γυναίκα του, γιατί ο Locke ετοιμάζεται να παντρευτεί την Helen αφού τον είχε παρατήσει και πως γίνεται να θέλει τον πατέρα του στο γάμο, τι συμβαίνει με τον Charlie, γιατί ο Desmond ήταν στο αεροπλάνο όταν θα έπρεπε να είναι στο νησί όπου ξέχασε να πατήσει το κουμπί. Όσο για τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο νησί, ούτε για αστείο δε βγαίνει άκρη. Αν δούλεψε η βόμβα όπως είπε η μισοπεθαμένη Juliet γιατί ο σταθμός Swan ήταν χτισμένος και ποιον θα καλέσει για καφέ όπως έλεγε ξεψυχόντας στο Sawyer, ποιοι είναι οι άλλοι others (πόσοι είναι πάνω σ’ αυτό το νησί επιτέλους;), από που ξεφύτρωσε ο φάρος που έστειλε ο Jacob τον Hugo και τον Jack, ποια είναι η Ilana και γιατί βοηθάει τον Jacob, ποιος είναι ο Jacob, τι συμβαίνει με τον Sayid και επίσης με την Claire που ξαφνικά εμφανίστηκε απο το πουθενά, τι θα γίνει με τον Ben που είναι από τους καλύτερους χαρακτήρες, τι διαφορές έχουν μεταξύ τους ο Jacob και ο MIB (Blocke= black Locke) και έχουν ανακατέψει τον μισό πλανήτη στα προβλήματά τους. Και ποιος είναι επιτέλους αυτός ο Jacob;;;
Ok, πρέπει να σταματήσω γιατί αν συνεχίσω θα γράφω για ώρες. Είναι σχεδόν απίστευτο ότι μια σειρά έχει προκαλέσει τόσο ενδιαφέρον και τόσες συζητήσεις σχεδόν παντού. Πάντως το μόνο που εύχομαι είναι να μη μας ξενερώσουν στο τέλος.
