Season_01-Episode_04
Η Xρυσάνθη ήταν μεν μια γυναίκα με παρελθόν, αλλά οι αναδρομές στα περασμένα δεν είχαν ποτέ γι’ αυτήν ιδιαίτερη αξία. Προτιμούσε να προσανατολίζεται προς το μέλλον. Aυτό που προείχε τώρα ήταν να καταστρώσει ένα σχέδιο δράσης. Και ήξερε ακριβώς το άτομο που χρειαζόταν. Σήκωσε το τηλέφωνο.
Ο Μαρκ ήταν αστυνομικός στο τμήμα ανθρωποκτονιών της τοπικής αστυνομίας. Ήταν αυτό που θα χαρακτήριζε κανείς, άνθρωπος με εντελώς προσωπική αίσθηση της ευθύνης και του καθήκοντος. Έβλεπε τη δουλειά του σαν ένα μέσο για να προσφέρει, αλλά ταυτόχρονα καταλάβαινε ότι οι νόμοι και οι κανόνες ήταν φτιαγμένοι από ανθρώπους, και συνεπώς ήταν αναμενόμενο κάπου να κάνουν λάθος. Γι’ αυτό δεν τον ενοχλούσε που και που να τους παρακάμπτει ή να τους ερμηνεύει κατά βούληση.
Γνώρισε τη Χρυσάνθη και εξοικειώθηκε με τη δουλειά της τα χρόνια της παλιάς φουρτούνας, τότε που οι αστυνομικοί έλεγχοι στην επιχείρηση ήταν τακτικοί και αδίστακτοι. Ήταν πολύ νέος και άμαθος. Ορφανός και εγκατελελειμένος, με δυσκολία κατάφερνε να τα βγάλει πέρα και να προχωράει μπροστά. Ο πατέρας της Χρυσάνθης κατάλαβε αμέσως ότι θα μπορούσε κάποια στιγμή να φανεί χρήσιμος. Εκτός αυτού, τον συγκίνησε βαθιά η ιστορία του. Μόνος, χωρίς μια οικογένεια να τον στηρίζει, χωρίς ένα πρότυπο και βάσεις, ώστε να ξεκινήσει τη ζωή του, ήταν σχεδόν θαύμα που δεν κατέληξε σε συμμορίες και από εκεί σε κάποιο κελί φυλακής για το υπόλοιπο της ζωής του. Τον κάλεσε να μιλήσουν. Στο τέλος της συζήτησης ο Μαρκ είχε μια οικογένεια και η επιχείρηση εξασφάλιση.
“Μαρκ. Τι κάνεις, όλα καλά;”
Ο Μαρκ στην αρχή δεν κατάλαβε. Είχε να μιλήσει με τη Χρυσάνθη πάρα πολύ καιρό, ίσως χρόνια. Δεν χρειαζόταν πια τις υπηρεσίες του με την ίδια συχνότητα και είχαν καταλήξει να βρίσκονται κυρίως σε οικογενειακά δείπνα σε γιορτές, χριστούγεννα, και άλλες σημαντικές επετείους. Η Χρυσάνθη ξαναμίλησε.
“Η Χρυσάνθη είμαι.”
“Μα φυσικά! Έλα Χρυσάνθη, χρόνια και ζαμάνια! Πού είσαι, είσαι καλά;”
“Τι θα έλεγες για ένα σύντομο γεύμα; Θέλω να συζητήσουμε. Κάπου έξω θα ήταν ιδανικό.”
“Πες μου τόπο και ώρα.”
Αφού έκλεισαν το τηλέφωνο, ο Μαρκ έμεινε να αναρωτιέται. Ήταν απόλυτα σίγουρος ότι κάτι είχε συμβεί. Η Χρυσάνθη ποτέ δεν παρέκκλινε από το πρόγραμμά της, και το να προτείνει γεύμα, και μάλιστα εκτός σπιτιού, δεν ήταν κάτι που συνήθιζε. Όπως και να είχε θα μάθαινε σύντομα, δεν υπήρχε λόγος να αγχώνεται προκαταβολικά.
Η Χρυσάνθη κοίταξε το ρολόι. Κόντευε ήδη 3. Θα έπρεπε να κατευθύνεται προς το σπίτι αυτή τη στιγμή. Μη θέλοντας να προκαλέσει υποψίες τηλεφώνησε στο σπίτι της και ενημέρωσε ότι θα πήγαινε από τη μοδίστρα της να προβάρει το καινούριο φόρεμα που έραβε για τα γενέθλια του Στέφανου. Έπειτα θα έτρωγαν μαζί. Φρόντισε να ενημερώσει τη μοδίστρα της σχετικά. Αφού τακτοποίησε το θέμα, συμμάζεψε το γραφείο της, κλείδωσε το χρηματοκιβώτιο και ξεκίνησε να φύγει. Ο Κωνσταντίνος εμφανίστηκε στην πόρτα όταν άρχισε να κατευθύνεται προς εκεί.
“Α, Χρυσάνθη. Πηγαίνω σπίτι, θέλεις να φύγουμε μαζί;”
“Έχω ραντεβού στη μοδίστρα για ένα καινούριο φόρεμα. Πλησιάζουν τα γενέθλια του Στέφανου, το θυμάσαι;”
“Ναι, ναι, σωστά. Εντάξει θα φύγω μόνος. Θα τα πούμε το βράδυ;”
“Θα τα πούμε το βράδυ.” Τον φίλησε στο μάγουλο και ξεκίνησε μόνη για το υπόγειο γκαράζ της επιχείρησης όπου είχε αφήσει το Ford Mondeo που οδηγούσε. Λίγο πριν η πόρτα του ασανσέρ ανοίξει στο υπόγειο ένιωσε έκπληξη. Μόλις είχε πει ψέματα στο σύζυγό της. Γιατί; Δεν του είχε εμπιστοσύνη; Ήταν μαζί στην επιχείρηση από το ξεκίνημά της, από τη στιγμή που στάθηκαν στα πόδια τους ξανά την τελευταία φορά, μέχρι τώρα. Είχαν τρία παιδιά. Τρία καλά παιδιά. Εντάξει, ο Κώστας δεν ήταν πάντα υπόδειγμα συζύγου, και στα χρόνια που μοιράστηκαν η Χρυσάνθη χρειάστηκε πολλές φορές να κάνει υποχωρήσεις και να υποκριθεί ότι δεν έβλεπε ή ότι δεν καταλάβαινε. Αλλά γιατί να πει ψέματα; Και μάλιστα για θέμα δουλειάς και όχι προσωπικό. Αυτή η ιστορία του κήπου με τις ντομάτες την επηρέαζε περισσότερο από όσο είχε πιστέψει αρχικά. Είχε αρχίσει να γίνεται καχύποπτη. Έπρεπε να μιλήσει με τον πατέρα-Τζέημς σύντομα.
Μπήκε στο αυτοκίνητο και έδιωξε από το μυαλό της τις οδυνηρές σκέψεις. Είχε ένα ραντεβού και μια δουλειά να φέρει σε πέρας. Είχε ένα σκοπό. Η ειρωνία της υπόθεσης είναι ότι εδώ και λίγο καιρό σκεφτόταν να κάνει στην άκρη από τη διευθυντική θέση της επιχείρησης και να παραχωρήσει τη σκυτάλη στην κόρης της. Η Εμμανουέλα ήταν παραπάνω από ικανή. Θα έπαιρνε την επιχείρηση και θα την πήγαινε ένα βήμα παραπέρα. Στην εποχή της τεχνολογίας και του internet. Αλλά τώρα τα πράγματα είχαν μπερδευτεί. Και για να γίνει η μεταφορά έπρεπε πρώτα να λυθεί το μπέρδεμα.
Οδηγώντας στους δρόμους της Θεσσαλονικής, χάζευε τριγύρω. Η κίνηση ήταν πάντα αυξημένη αυτές τις μεσημεριανές ώρες, καθώς ο κόσμος επέστρεφε από τη δουλειά στο σπίτι του. Η Χρυσάνθη αγαπούσε πολύ αυτή την πόλη. Ένιωθε ότι δε θα μπορούσε να ζήσει πουθενά αλλού. Είχε τόσα να θυμάται, ευχάριστα και δυσάρεστα, αλλά πουθενά αλλού δεν είχε ζήσει τόσα πολλά πράγματα, δεν είχε νιώσει τόσα συναισθήματα μαζεμένα. Η Θεσσαλονίκη ήταν αυτή η ίδια.
Έφτασε στον προορισμό της. Αφού μετά από αρκετούς κύκλους βρήκε να παρκάρει, κατευθύνθηκε στο μαγαζί που είχαν συμφωνήσει. Ήταν ένας δρόμος κάθετος στην παραλία και εκείνη την ώρα έμοιαζε άδειος. Το μαγαζί δεν είχε πολύ κόσμο. Ούτε το μισό δεν ήταν γεμάτο. Καλύτερα. Η Χρυσάνθη δεν μπορούσε την πολυκοσμία. Σε όλη της τη ζωή περιστοιχίζονταν από κόσμο, το μόνο που ήθελε τώρα ήταν λίγη ηρεμία. Ο Μαρκ καθόταν ήδη σε ένα τραπέζι μακριά από την είσοδο και κοντά σε ένα παράθυρο. Είχε παραγγείλει ένα χοιρινό φιλέτο και μια σαλάτα του σεφ. Τα άφηναν στο τραπέζι τη στιγμή που η Χρυσάνθη καθόταν στη θέση της. Ζήτησε να της φέρουν σολωμό στον ατμό και μια σαλάτα εποχής. Το λευκό κρασί που διάλεξε ο Μαρκ της φάνηκε ενδιαφέρον και παράγγειλε το ίδιο.
Τον κοίταξε. Τα μαύρα του μαλλιά ήταν ανακατωμένα, τα μπλε του μάτια παιχνίδιζαν. Ήταν εμφανές ότι ήταν καλά και ότι χαιρόταν που την έβλεπε, παρ’ όλο το ξαφνικό της υπόθεσης.
“Δείχνεις πολύ καλά Μαρκ.”
“Ευχαριστώ. Είμαι πολύ καλά.”
“Κοπέλα;”
“Χρυσάνθη, μπορεί κανείς να σου κρυφτεί;”
Η Χρυσάνθη γέλασε και έκανε στην άκρη για να αφήσει το γκαρσόνι την παραγγελία της. Έπιασε τα μαχαιροπίρουνα στο χέρι και ξεκίνησε να τρώει. Ενδιάμεσα αντάλλαξαν τα νέα τους.
Όταν ήρθε το γλυκό ζήτησε ένα ακόμη ποτήρι κρασί, άναψε ένα από τα davidoff slims της και κοίταξε το Μαρκ.
“Υποθέτω ότι κατάλαβες ήδη πως δεν πρόκειται απλώς για κοινωνική επαφή.”
“Είμαι όλος αυτιά.”
“Έχουμε πρόβλημα.”
“Τώρα;” ο Μαρκ υποψιαζόταν ότι κάτι είχε συμβεί στη δουλειά, αλλά εξακολουθούσε να νιώθει έκπληξη. Είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια και όλα βάδιζαν τόσο ρυθμικά που κατά βάθος το θεωρούσε σχεδόν δεδομένο ότι έτσι θα ήταν πάντα. Φυσικά έκανε λάθος, γιατί στο είδος της δουλειάς που έκαναν, είναι λογικό πάντα να περιμένεις το αναπάντεχο.
“Ναι, τώρα.” ήταν η απάντηση της Χρυσάνθης.
“Τότε πες μου τα πάντα. Ακόμα κι αν ο γέρο Τζιάκοπο δεν είναι πια εδώ, εξακολουθεί να είναι οικογένεια. Κι αυτός, κι εσύ. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω.”
Η Χρυσάνθη του είπε τα πάντα και με κάθε λεπτομέρεια. Από τη στιγμή που ανακάλυψε το πτώμα στις ντομάτες έως το δευτερόλεπτο που μπήκε στο εστιατόριο που βρισκόντουσαν τώρα. Δεν μπόρεσε να αποφύγει ένα μικρό τσίμπημα. Εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει γιατί είπε ψέματα στον Κώστα. Όταν τελείωσε ο Μαρκ έμεινε σιωπηλός. Είχε καταλάβει. Τώρα προσπαθούσε να επεξεργαστεί κι αυτός τα στοιχεία. Η Χρυσάνθη ήξερε πότε έπρεπε να μένει σιωπηλή. Περίμενε να μιλήσει αυτός.
Ο Μαρκ σκεφτόταν. Τι ήταν αυτό που άκουσε; Πως ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Και μάλιστα στον κήπο με τις ντομάτες! Η Χρυσάνθη είχε απόλυτο δίκιο που ήταν τόσο αγχωμένη.
Τελικά μίλησε.
“Αυτή τη στιγμή δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει. Αλλά από τώρα κιόλας μπορείς να θεωρείς ότι η έρευνα έχει ξεκινήσει. Αυτό που συνέβη δε θα μείνει έτσι. Συνηθίζοταν να υπάρχει μια άγραφη συμφωνία μεταξύ επαγγελματιών. Τώρα κανείς δε σέβεται τίποτα. Θα βρούμε τον ένοχο και θα πληρώσει για ό,τι έκανε.”
“Μαρκ, προσεχτικά. Αυτό που θέλω προς το παρόν είναι εχεμύθεια. Ξέρεις ποιοι είναι ενήμεροι. Για τους υπόλοιπους δεν θα αλλάξει τίποτα. Θα μιλάς μόνο σ’ εμένα.”
“Αυτό δε χρειαζόταν να μου το πεις.”
“Το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να το ρισκάρω. Πρέπει να είμαι σίγουρη.”
“Μόλις βγω από εδώ δε θα μείνει πέτρα που να μην αναποδογυρίσω.”
“Πιστεύεις πως είναι προειδοποίηση; Ή απλά κάποιος θέλει να μας πάρει τη δουλειά; Ή, ακόμη χειρότερα, είναι προσωπικό;”
“Πρέπει να δούμε που θα μας οδηγήσουν τα στοιχεία. Είναι πολύ νωρίς για εικασίες.”
“Ναι, έχεις δίκιο.”
“Χρυσάνθη, μην ανησυχείς. Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου. Άσ’ το επάνω μου.”
“Εντάξει Μαρκ. Εντάξει.”
Η Χρυσάνθη βγήκε από το μαγαζί και κοίταξε γύρω. Ξαφνικά όλα της φαινόταν διαφορετικά. Οι σκιές του απογεύματος έμοιαζαν μακρινές. Οι ήχοι της πόλης δεν της έφερναν στη μνήμη απολύτως τίποτα. Η μυρωδιά του Θερμαϊκού πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, κι όμως δεν την αναγνώριζε. Πως ήταν δυνατόν μέσα σε μια στιγμή να έχουν αλλάξει όλα; Μήπως ήταν πια πολύ μεγάλη για όλα αυτά; Μήπως έπρεπε να παραιτηθεί και να αφήσει άλλους να αναλάβουν την υπόθεση; Μήπως απλά φοβόταν;
Όμως δεν ένιωθε φόβο. Ποτέ δε τη φόβησε το άγνωστο ή η πιθανότητα αποτυχίας. Ένιωθε ότι κλονιζόταν η ασφάλεια της, αυτό ήταν. Τίποτα παραπάνω τίποτα λιγότερο. Είχε κοπιάσει για να εγκαθιδρύσει μια ασφαλή ζώνη γύρω της και τώρα αυτή τη ζώνη την έβλεπε να μπάζει. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει που ξεκινάει ο προσωπικός της χώρος και που τελειώνει. Το μόνο που έβλεπε παντού ήταν ένα χάος. Χρειαζόταν να μπει αμέσως μια τάξη. Όμως πως; Από που να ξεκινήσει;
Μπήκε στο αυτοκίνητο και έβγαλε από την τσάντα της το κινητό της. Μόνο ένας άνθρωπος της ερχόταν στο μυαλό.
